Ένας ιδιοκτήτης μάντρας μεταχειρισμένων φορτηγών στο Καπανδρίτι Αττικής αποδείχθηκε ο αδύναμος "κρίκος" του διεθνούς κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών, που εξάρθρωσε η Ασφάλεια Αττικής.

Πρόκειται για τον 52χρονο Ξ.Α., ο οποίος είχε την αρμοδιότητα να βρίσκει τα φορτηγά που το κύκλωμα χρησιμοποιούσε για τη μεταφορά των ναρκωτικών (κυρίως χασίς) στην Kεντρική και στη Δυτική Ευρώπη.

Τον Δεκέμβριο του 2014, ενδεικτικά, κατασχέθηκε στα σύνορα Σερβίας - Σκοπίων ένα φορτηγό ιδιοκτησίας του, να μεταφέρει (για λογαριασμό του κυκλώματος) 678 κιλά χασίς μέσα σε ειδική κρύπτη. Τον Απρίλιο του 2015, αντίστοιχα, εντοπίστηκε στην περιοχή Κούλατα Βουλγαρίας φορτηγό διεθνών μεταφορών, φορτωμένο με 531 κιλά χασίς. Και τότε η έρευνα είχε οδηγήσει στα ίχνη του 52χρονου, καθώς η κατασχεμένη νταλίκα προέκυπτε ότι του ανήκε. Τα περιστατικά συσχετίστηκαν, όπως και δύο ακόμα υποθέσεις διακίνησης μεγάλων ποσοτήτων χασίς και κοκαΐνης: η πρώτη αφορούσε κατάσχεση στην Πάτρα 451 κιλών μέσα σε νταλίκα (Ιανουάριος 2014) και η δεύτερη κατάσχεση 23 κιλών κόκας μέσα σε κρύπτη φορτηγού στη Μεγάλη Βρετανία (Απρίλιος 2015).

Έτσι, ο 52χρονος βρέθηκε στο επίκεντρο έρευνας, στην οποία συμμετείχε εκτός της Δίωξης Ναρκωτικών Αττικής και το γραφείο της αμερικανικής DEA στην Αθήνα. Προέκυψε, λοιπόν, ότι αρχηγικό μέλος του κυκλώματος και βασικός χρηματοδότης της δράσης του ήταν ο 44χρονος Αλβανός K.B., ο οποίος φέρεται να διατηρούσε ερείσματα στην κυβέρνηση της γειτονικής Αλβανίας. Παρότι είχε κατηγορηθεί στο παρελθόν για διακίνηση ναρκωτικών, το 2014 ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή Μεταφορών στους Αγίους Σαράντα, ενώ είχε δεχθεί "πυρά" από στελέχη της αντιπολίτευσης στην Αλβανία, που τον κατηγορούσαν για εμπόριο ναρκωτικών. Δεξί του χέρι ήταν ο 46χρονος Έλληνας Γ.Α., ο οποίος, μεταξύ άλλων, ήταν επιφορτισμένος να βρίσκει τους οδηγούς των φορτηγών, μέσω των οποίων γινόταν η μεταφορά των ναρκωτικών από την Αλβανία στην Ελλάδα και στη συνέχεια στο εξωτερικό.

Ο δεύτερος ηγετικός "πυρήνας" του κυκλώματος είχε έδρα το Βέλγιο. Τον συγκροτούσαν ο 50χρονος Αλβανός D.P. (διωκόμενος με διεθνές ένταλμα από τις Αρχές της Ιταλίας) και ο 59χρονος Έλληνας Θ.Α., που επίσης έμενε μόνιμα στις Βρυξέλλες. Συνελήφθησαν ο πρώτος στο Βέλγιο και ο δεύτερος στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον διοικητή Ασφαλείας, υποστράτηγο Χρ. Παπαζαφείρη, "σε συνεννόηση με άλλα εγκληματικά δίκτυα, οργάνωναν τη διακίνηση και απόκρυψη των ναρκωτικών σε διάφορες χώρες της Ε.Ε.".

Στον κατάλογο των, συνολικά, 15 συλληφθέντων συγκαταλέγονται δύο ακόμα Έλληνες που κατασκεύαζαν ειδικές κρύπτες στα φορτηγά για την ασφαλή μεταφορά του χασίς. Αλλά και ένας τρίτος, ο οποίος ζει στη Βουλγαρία και ίδρυε εικονικές εταιρείες μεταφορών, επ' ονόματι των οποίων γινόταν η ταξινόμηση των φορτηγών.

Στη διάρκεια της έρευνας, τα μέλη της σπείρας προσπάθησαν τέσσερις φορές να διακινήσουν ναρκωτικά. Ωστόσο, οι προσπάθειές τους δεν τελεσφόρησαν για διαφορετικούς ανά περίπτωση λόγους.

Ενδεικτικά, η σπείρα ματαίωσε τον Νοέμβριο τη μεταφορά 60 κιλών κόκας από το Βέλγιο στην Ιταλία, εξαιτίας αυξημένων ελέγχων στα σύνορα, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι. Τελικά, τα μέλη της συνελήφθησαν στη διάρκεια μεταφοράς από την Αλβανία στη Ζάκυνθο 678 κιλών χασίς, με τελικό προορισμό το Όσλο. Για την πορεία των ερευνών ενημερώνονταν, μέσω Eurojust και Europol, και άλλες ευρωπαϊκές αστυνομίες, καθώς και οι διωκτικές αρχές της Αλβανίας.